Δρ Γιώργος Σκούρας , Παραλία Αριοχωρίου 24009 Καλαμάτα
ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ - ΠΟΙΝΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
1.1. ΠΕΡΙ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ ΓΕΝΙΚΑ
Η πειθαρχία είναι μία έννοια, η οποία διαχρονικά έχει αποκτήσει ποικιλόμορφες σημασίες , ανάλογα με τη χρησιμοποίηση της. Αποτελεί παράγωγο της κοινωνικής οργάνωσης και στοχεύει στην εξασφάλιση της κοινωνικής ισορροπίας, χωρίς να ταυτίζεται με θεσμούς ή μηχανισμούς. Είναι, όπως λέει ο Φουκώ[1] 'ένας τύπος εξουσίας, ένας τρόπος άσκησης, που περιλαμβάνει ένα σύνολο οργάνων, τεχνικών, μεθόδων, διαδικασιών, επιπέδων εφαρμογής, στόχων. Είναι μια φυσική ή μια ανατομία της εξουσίας, μια τεχνολογία. Και μπορούν να την αναλάβουν είτε εξειδικευμένα ιδρύματα (φυλακές), είτε ιδρύματα που τη χρησιμοποιούν προς ένα βασικό σκοπό (π.χ. το σχολείο), είτε προϋπάρχουσες αρχές, κρατικοί θεσμοί, μηχανισμοί, που κατέστησαν την πειθαρχία θεμελιακή αρχή της εσωτερικής τους λειτουργίας'.
Ετυμολογικά η λέξη πειθαρχία αποτελείται από τις λέξεις πείθω/ομαι και τη λέξη αρχή/ω, που σημαίνει υπακοή μέσω της πειθούς κάποιου σε κάποιον ο οποίος εκπροσωπεί κάποια αρχή. Σύμφωνα με το λεξικό του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη, πειθαρχία είναι «κάθε υποταγή στους ανωτέρους, σε ορισμένες αρχές, στους νόμους, στους ισχύοντες κανόνες…»[2]
Η πειθαρχία για τους αρχαίους έλληνες ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες εύρυθμης λειτουργίας του πολιτεύματος (δημοκρατίας, ολιγαρχίας, αριστοκρατίας, μοναρχίας) και ηθική καταξίωση της ζωής (υπακοή στους άγραφους νόμους των θεών, σεβασμός στους γονείς και στους ξένους, αμέριστη συμπαράσταση στους φίλους, τήρηση όρκων κ.λ.π). Ο Δημοσθένης[3] τονίζει: «επειδή οι νόμοι μετά τους θεούς αναμφίβολα σώζουν την πόλη (=κράτος), πρέπει το νομοταγή όλοι να το τιμούν και να το επαινούν, ενώ τον απείθαρχο να τον τιμωρούν». Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνούμε ότι το πρώτο δεδομένο της δημοκρατίας είναι η ευνομία . Ο Πλάτων αναφέρεται στη δύναμη των νόμων στην «Πολιτεία» του και τους «Νόμους» του.« Ευνομία πειθαρχία νόμων σπουδαίων ». Τούτο θέλει να πει πως δεν είναι αρκετό να είναι οι νόμοι σπουδαίοι , να έχουν σχολαστικά μελετηθεί , αλλά και πως χρειάζεται επιπλέον η τυφλή προσήλωση στο πνεύμα τους και η αυτοπειθαρχία σε όσα ορίζουν και προστάζουν .Ο Αριστοτέλης[4] αναφερόμενος στα πολιτεύματα, τονίζει ότι όλοι οι άνθρωποι πείθονται για λόγους συμφέροντος και το συμφέρον είναι αυτό που σώζει ένα πολίτευμα: «πείθονται γαρ άπαντες τω συμφέροντι, συμφέρει δε το σώζον την πολιτείαν». Η ανυπακοή στους άγραφους νόμους (ήθη και έθιμα, λατρεία, νεκροί, ικέτες κ.λ.π) είναι μεγάλη ντροπή για τον παραβάτη.
Στην αρχαία τραγωδία η «ύβρις» και η «τίσις» (τιμωρία) παίρνουν όχι μόνο ανθρώπινες αλλά και κοσμικές διαστάσεις. Η παραβίαση των θείων νόμων διασαλεύει την κοσμική τάξη, η οποία για να αποκατασταθεί, απαιτεί την παραδειγματική τιμωρία του ενόχου. Ο Αισχύλος[5] με το στόμα της θεάς Αθηνάς, διακηρύσσει τη δύναμη της δημοκρατίας με την υπακοή στους νόμους, με το σεβασμό και τον ιερό φόβο προς τα θέσμια, με την απόρριψη του δεσποτισμού και της αναρχίας, με «το μη αδικείν».
Από τη γεωμετρική εποχή ως την εποχή του Αριστοτέλη ο σεβασμός στα θέσμια ήταν αρχή απαράβατη. Η πειθαρχία έσωζε, ενώ η απειθαρχία αναστάτωνε και κλυδώνιζε τις πόλεις. Η τιμωρία των ενόχων ήταν επιταγή σύμφωνα με του γραπτούς και άγραφους νόμους.
Στις μέρες μας, η έννοια της πειθαρχίας, πολύ συχνά χρησιμοποιείται, για να υποδηλώσει την απόλυτη υποταγή ή και τη μέθοδο υποταγής σε κάποια αρχή. Ακόμη η έννοια μπορεί να περιλαμβάνει και τη διαμόρφωση χαρακτήρων ή ακόμη και το εργαλείο επιβολής συγκεκριμένων ιδεών και πρακτικών που δε συμφωνούν με το κοινό αίσθημα για το δίκαιο ή στη διάχυτη αντίληψη περί εξουσίας, ηθικής και ελευθερίας. Σήμερα η έννοια της πειθαρχίας ενσωματώνει και αρνητικά στοιχεία, κυρίως μετά το πνεύμα ελευθερίας, που ακολούθησε τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό σε σύγκριση με τις πρακτικές των ολοκληρωτικών καθεστώτων του παρελθόντος και του παρόντος. Πρέπει εδώ να τονισθεί ότι η πειθαρχία σε πολλές περιπτώσεις αποτέλεσε αυτοσκοπό και όχι το εργαλείο για την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων ή για την εξασφάλιση των απαραίτητων προϋποθέσεων ώστε να διαφυλαχθούν τα όρια και οι εκφράσεις της ελευθερίας των κοινωνιών.
Έτσι, οι θεωρίες της άμεσης αναπαραγωγής υποστηρίζουν ότι η κοινωνία πρέπει να αναπαράγεται ή να διατηρείται και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν επιβληθούν ορισμένοι «περιορισμοί» στην ελευθερία, στον αυθορμητισμό και την αυτενέργεια του ατόμου. Το άτομο πρέπει «να πειθαρχεί στις απαιτήσεις της κοινωνικής ζωής».[6]
Τέλος μπορεί να θεωρηθεί ,ότι η πειθαρχία συνιστά μία γενικευμένη στρατηγική εξορθολογισμού της κοινωνίας, μέσα από τη δράση ενός συστήματος τεχνικών, οι οποίες αποσκοπούν στη παραγωγή ρυθμισμένων συμπεριφορών και αυτοελεγχόμενων υποκειμένων και ότι είναι «ένας τρόπος καθυπόταξης σε σχέσεις εξουσίας, που τείνουν, με τη δράση της , να μετατραπούν σε σχέσεις κυριαρχίας».[7]
1.2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
Η κοινωνική πειθαρχία είναι συγκεκριμένος τρόπος ανθρώπινης συμπεριφοράς, που ανταποκρίνεται στους κανόνες δικαίου και ηθικής, οι οποίοι έχουν καθιερωθεί σε μια κοινωνία. Η πειθαρχία είναι απαραίτητος όρος για την ύπαρξη της κοινωνίας και καθορίζεται πάντοτε από τις επικρατούσες κοινωνικές θέσεις τις οποίες και κατοχυρώνει. Σε τελευταία ανάλυση, η πειθαρχία καθορίζεται από το βαθμό συνδυασμού των προσωπικών συμφερόντων των μελών μίας κοινωνίας με τις ανάγκες τους και με τους κοινωνικά καθορισμένους κανόνες συμπεριφοράς. «Αν οι κανόνες αυτοί δε γίνονται αποδεκτοί, παρουσιάζονται ορισμένες αποκλίσεις στη συμπεριφορά των ατόμων, που είτε ρυθμίζονται με τη βοήθεια του κοινωνικού ελέγχου ή μπορεί να οδηγήσουν σε αλλαγές των κανόνων και θεσμών που ισχύουν.»[8]
Πρώτος ο Durkheim εισήγαγε την έννοια της πειθαρχίας στην νεότερη κοινωνιολογική σκέψη σαν την έννοια κλειδί, που συνδέει την κοινωνία με το άτομο. Κατά τον Durkheim [9] το πνεύμα της πειθαρχίας αποτελεί το ένα από τα τρία κοινά χαρακτηριστικά σε όλα τα ηθικά συστήματα (πνεύμα πειθαρχίας-προσκόλληση σε κοινωνικές ομάδες- αυτοπροσδιορισμός ή αυτονομία). Ακόμη υποστηρίζει ότι η ηθική συμπεριφορά προϋποθέτει την πειθαρχία σε ορισμένους κανόνες για να είναι συνεπής και κανονική. Το πνεύμα της πειθαρχίας αρχίζει να ξεκινά με το περιορισμό των επιθυμιών και των ορέξεων, δηλαδή να κυριαρχείται από την αυτοπειθαρχία. Η φύση του ανθρώπου δεν του επιτρέπει να το επιχειρήσει αυτό μόνος του, οπότε η αυτοσυγκράτηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο άμα δοκιμάσουμε τον εξωτερικό περιορισμό. Τελικά, δηλαδή το πνεύμα της πειθαρχίας κατά τον Durkheim δεν ταυτίζεται με την τυφλή υποταγή στην κοινωνία.
Η πειθαρχία από την άλλη μεριά στηρίζει την κοινωνία, στοιχειοθετώντας τη μετάβαση από τους κανόνες στις αξίες και αντίστροφα, προσφέροντας έτσι μία βάση για το συνολικό οικοδόμημα της θεωρίας περί συγκρότησης της κοινωνίας. Δεδομένου ότι, η κοινωνία μπορεί να θεωρηθεί σαν ιδιόμορφη κατασκευή, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η πειθαρχία στηρίζει την ιδιομορφία αυτής της κατασκευής ως πραγματικότητας για το άτομο, «την ιδιομορφία δηλαδή μιας ταυτόχρονης ύπαρξης “έξω” και “μέσα” , ανεξάρτητα από τα υποκείμενα και δια των υποκειμένων».[10]
Η πειθαρχία ως κοινωνικό συστατικό και ως μέσο διατήρησης και αναπαραγωγής της κοινωνίας εγκαθιδρύεται σταδιακά. Σύμφωνα με τον S.Nisbet [11] υπάρχει:
Το στάδιο της συναίνεσης, όπου το άτομο ελέγχεται από διάφορες καταστάσεις πόνου και ευχαρίστησης τις οποίες και συνηθίζει. Η πειθαρχία εδώ εμφανίζεται συνειρμικά.
Το στάδιο της αυταρχικότητας, όπου το άτομο αποδέχεται την ανωτερότητα κάποιων ατόμων και υπακούει στη θέλησή τους. Αυτό το στάδιο πειθαρχίας αναπτύσσεται σε αυστηρά ιεραρχημένες κοινωνικές ομάδες όπως είναι ο στρατός, η δημόσια διοίκηση ή ιδιωτική πρωτοβουλία κ.λ.π.
Το στάδιο της κοινωνικής πειθαρχίας, όπου το άτομο ελέγχεται μέσω κοινωνικών δυναμικών, που αναπτύσσονται στις διάφορες κοινωνικές ομάδες. Κυρίαρχο ρόλο εδώ παίζει ο κοινωνικός έλεγχος και οι μηχανισμοί του. Σ’ αυτό το στάδιο μπορεί να συμπεριληφθεί και η σχολική πειθαρχία.
Το στάδιο της προσωπικής ελευθερίας, όπου το άτομο μαθαίνει να ελέγχει τον εαυτό του μέσα από τις προσλαμβανόμενες κοινωνικές παραστάσεις, τις ιδέες του, την κυρίαρχη ιδεολογία, τους κοινωνικούς αγώνες και τις αξίες κ.ά. Το τελευταίο αυτό στάδιο αποτελεί το αποκορύφωμα των προηγούμενων, όπου η πειθαρχία μετατρέπεται σε προσωπική υπόθεση του ατόμου, δηλαδή φθάνει το άτομο στην κατάσταση της αυτοπειθαρχίας.
Τελικά μπορούμε να υποστηρίξουμε πως την πειθαρχία δεν πρέπει να την ορίζουμε με αρνητικούς όρους ως επιβολή ή ως άσκηση βίας, αλλά κυρίως ως μια προσπάθεια αύξησης των δυνατοτήτων των ατόμων και ταυτόχρονα τον έλεγχό αυτών προς ένα συγκεκριμένο σκοπό. Γι αυτό άλλωστε η πειθαρχία έχει διεισδύσει σε όλες εκφάνσεις του κοινωνικού βίου. Ταυτόχρονα όμως, αυτό ακριβώς αποκαλύπτει αφ’ ενός τη συναρμογή των πειθαρχικών δικτύων με τις ταξικές πρακτικές και αφ’ ετέρου ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης της παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι οι στρατηγικές αυτές αποτελούν αντανάκλαση οικονομικών πρακτικών, ωστόσο συναρμόζονται σ΄ αυτές, λειτουργώντας προς την κατεύθυνση της ρύθμισης της κατανομής των φορέων για την εξασφάλιση και την αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού, υποβοηθώντας στον εξορθολογισμό και στην αποτελεσματικότητα της αναπαραγωγικής λειτουργίας της κοινωνίας.
1.3. ΕΙΔΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ
Σε μία κοινωνία υπάρχει μία γενική πειθαρχία υποχρεωτική για όλους. Τα υπόλοιπα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας ή κάποιοι θεσμικοί παράγοντες του κοινωνικού σχηματισμού αναλαμβάνουν να κατευθύνουν υποχρεωτικά τα άτομα σε συγκεκριμένες μορφές συμπεριφοράς. Για παράδειγμα η πειθαρχία που επιβάλλεται από το Σύνταγμα και αφορά όλους του Έλληνες. Εκτός όμως από τη γενική πειθαρχία υπάρχει και ή ειδική πειθαρχία, υποχρεωτική μόνο για τα μέλη μίας ορισμένης ομάδας (σχολική πειθαρχία, κομματική, στρατιωτική, ποδοσφαιρική, οδική κ.λ.π.), τα οποία είναι υποχρεωμένα να υπακούουν στους εκάστοτε εσωτερικούς κανονισμούς και στους ειδικούς νόμους.
Όσον αφορά τον τρόπο επιβολής της μέσα από τη διαδικασία του κοινωνικού ελέγχου, διακρίνεται σε:[12]
Θετική ή αρνητική
Θετική: όταν είναι αποτέλεσμα επιδοκιμασίας συμπεριφοράς και όταν συνεπάγεται υπόσχεση ή παροχή επιβράβευσης (θετική κύρωση της συμπεριφοράς)
Αρνητική: όταν είναι αποτέλεσμα αποδοκιμασίας συμπεριφοράς ή απειλής και όταν συνεπάγεται επιβολή κολασμού (αρνητική κύρωση συμπεριφοράς).
Ενεργή ή Ενδεχόμενη
Ενεργή: όταν είναι αποτέλεσμα κοινωνικού ελέγχου που ασκείται με τη μορφή επιβράβευσης ή την επιβολή κολασμού.
Ενδεχόμενη: όταν είναι αποτέλεσμα κοινωνικού ελέγχου που ασκείται με τη μορφή υπόσχεσης επιβράβευσης (θετικός έλεγχος) ή απειλής κολασμού (αρνητικός έλεγχος).[13]
Τυπική ή άτυπη
Τυπική: όταν είναι αποτέλεσμα γραπτών και γενικής ισχύος κανόνων, οι οποίοι προβλέπουν κυρώσεις και επιβάλλεται με τα θεσμοθετημένα όργανα (δικαστήρια κ.λ.π).
Άτυπη: όταν είναι αποτέλεσμα άγραφων και ηθικών, αφηρημένων κανόνων, οι οποίοι δεν προβλέπουν συγκεκριμένες κυρώσεις. (Λιντσάρισμα, «γιουχάρισμα», αποπομπή κ.λ.π.). Η πειθαρχία αυτή χαρακτηρίζει τις παραδοσιακές κοινωνίες, τις πρωτογενείς ομάδες και κάθε κοινωνικό σύνολο στο οποίο επικρατούν άμεσες και προσωπικές σχέσεις.[14]
Όσον αφορά το άτομο, μπορούμε να διακρίνουμε την πειθαρχία σε εσωτερική ή αυτοπειθαρχία , σε πειθαρχία που πηγάζει από κάποιο συμφέρον και την υποχρεωτική πειθαρχία. Η αυτοπειθαρχία προϋποθέτει βαθιά αφομοίωση των κανόνων και τηρείται χωρίς εξωτερικές κυρώσεις. Η άσκηση αυτοελέγχου είναι αποτέλεσμα της διαδικασίας της κοινωνικοποίησης που έχει προηγηθεί και είναι συνάρτηση της αποτελεσματικότητάς της. Σε διάκριση με την αυτοπειθαρχία οι άλλες κατηγορίες βασίζονται σε εξωτερικές κυρώσεις θετικές ή αρνητικές (ποινές-αμοιβές).
1.4. ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ - ΑΝΟΜΙΑ- ΑΠΟΚΛΙΣΗ
Ως παραβατική συμπεριφορά(delinquency) μπορεί να θεωρηθεί κάθε παραβίαση του νόμου. Στην κοινωνιολογία σαν παραβατική συμπεριφορά θεωρούμε κάθε συμπεριφορά που ξεφεύγει από το κοινωνικά αποδεκτό. Κατά τον Τσαούση[15] «Απόκλιση είναι η κοινωνικά παραδεκτή απόσταση του τρόπου εκπλήρωσης (υποκειμενική διάσταση) από το κανονιστικά ορισμένο περιεχόμενο (αντικειμενική διάσταση) του ρόλου». Εδώ πρέπει να τονισθεί η διαφορά της παραβατικότητας και της ανομίας από την απόκλιση. Η απόκλιση αναφέρεται σε διαφοροποίηση από συγκεκριμένο πλαίσιο συμπεριφοράς, ενώ η παραβατικότητα και η ανομία αναφέρεται σε καταστρατήγηση συγκεκριμένων κανόνων (νόμων).
Πολλοί συνδέουν την παραβατικότητα με το άτομο, το οποίο στο πλαίσιο της πραγμάτωσης των ατομικών του επιδιώξεων, παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων ή τα κοινωνικά αγαθά. Μπορούμε να μιλάμε για πολεοδομική παράβαση , όταν γνωρίζουμε τους όρους δόμησης. Αν δεν υπήρχαν οι όροι δόμησης, ο καθένας θα έκτιζε ανάλογα με το ατομικό του συμφέρον. Μ αυτό τον τρόπο, η οικοδόμηση προσδιορίζεται αντικειμενικά στο πλαίσιο μιας κοινής συλλογιστικής. Οι περιορισμοί στη δόμηση τίθενται για την εξυπηρέτηση του κοινού καλού και η παραβατικότητα εκδηλώνεται στη βάση της ικανοποίησης των προσωπικών συμφερόντων. Ο Γκότοβος[16] συμφωνεί με τον παραπάνω συλλογισμό και τονίζει ότι η παραβατικότητα είναι παράγωγο της ασυμμετρίας ανάμεσα στους επιθυμητούς στόχους του ατόμου για επιτυχία, αναγνώριση και οικονομική άνεση, και στα μέσα που διαθέτει για την πραγματοποίησή τους. Π.χ. όταν ο επιθυμητός στόχος είναι ένα ακριβό αυτοκίνητο και το άτομο δε διαθέτει το οικονομικό υπόβαθρο, η ασυμμετρία αυτή μπορεί να οδηγήσει σε παραβατικότητα.
Ο προσδιορισμός της παραβατικότητας και της ανομίας είναι δύσκολος, διότι δεν είναι σαφής ο καθορισμός του τι θεωρείται παραβίαση του νόμου. Αν θελήσουμε να τη μετρήσουμε από τα επίσημα στοιχεία της αστυνομίας ή τις αποφάσεις των δικαστηρίων, τότε θα διαπιστώσουμε ότι: «Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην πραγματική και στην επίσημα διαπιστούμενη παραβατικότητα. Από διάφορες βρετανικές έρευνες, (Rutter 1983) συνάγεται ότι «μόνο ένα στα δέκα αδικήματα αναφέρεται στην αστυνομία και ένα στα έξι εντοπίζεται από την ίδια την αστυνομία»[17]
Η δυσκολία προσδιορισμού της απόκλισης εντοπίζεται από όλους τους κοινωνιολόγους, οι οποίοι δεν είναι εύκολο να συμφωνήσουν σε έναν γενικά αποδεκτό ορισμό της απόκλισης με αποτέλεσμα η απόκλιση να είναι ένα βασικό πεδίο στο οποίο εκφράζονται οι περισσότερες διαφωνίες τους. Σε σχετική μελέτη του Simmons J.L. το 1965, σε δείγμα 180 ατόμων σχετικά με το τι εκείνοι θεωρούσαν ως απόκλιση, διαπιστώθηκε ότι οι ερωτηθέντες αναγκάστηκαν να αναφέρουν 252 διαφορετικές συμπεριφορές και πρόσωπα, προκειμένου να περιγράψουν το τι είναι απόκλιση. Μερικά από αυτά ήταν: «αλκοολισμός, πορνεία, χρήση ναρκωτικών ουσιών, ψυχασθένεια, κομμουνιστές, άθεοι, δολοφόνοι, ψεύτες, διαζευγμένοι, γυναίκες καριέρας, συντηρητικοί κ.λ.π.»[18]
Από την άλλη μεριά, προκειμένου να ορίσουμε την έννοια του παραβατικού ατόμου μέσα στην κοινωνία, πρέπει να προσδιορίσουμε την έννοια του «υγιούς», οπότε προϋποτίθεται μία θεωρία της ανθρώπινης φύσης. O Lukes ισχυρίζεται ότι για να γίνουν κατανοητές οι παραπάνω έννοιες, πρέπει να λάβουμε υπόψη τις απόψεις του Durkheim και του Marx για το ποια είναι η «υγιής», «μη παραβατική» , «φυσική» ή «φυσιολογική» κατάσταση του ατόμου μέσα στην κοινωνία.[19]
Μια συμπεριφορά για να μπορεί να χαρακτηρισθεί σαν αποκλίνουσα ή παραβατική πρέπει να γίνει καταληπτή μέσα από μία διαδικασία αξιολόγησης και στη συνέχεια να ταξινομηθεί στις κατηγορίες: Παραβατική - Μη παραβατική. Με αυτό τον τρόπο η παραβατικότητα, ως έννοια και μορφή συμπεριφοράς αποκτά δύο βασικά στοιχεία απαραίτητα για τον προσδιορισμό της: την αξιολόγηση της μέσω ενός αποδεκτού επικοινωνιακού κώδικα και την ένταξή της στην ανάλογη κατηγορία (παραβατική ή μη παραβατική). Η παραβατική συμπεριφορά, προκειμένου να κατηγοριοποιηθεί, πρέπει να σημασιοδοτηθεί από το «παραβατικό» άτομο , (ενεργόν υποκείμενο σύμφωνα με τον Γκότοβο )[20] και από τον παρατηρητή . Η έννοια της ενέργειας του υποκειμένου χρησιμοποιείται, για να αποδοθεί η έννοια της συμπεριφοράς, δεδομένου ότι πρόκειται για μια μορφή δράσης που μπορεί να παρατηρηθεί και η οποία συνδέεται άρρηκτα με το ρόλο του ενεργούντος υποκειμένου κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας. Η συμπεριφορά ως ενέργεια πρέπει να είναι δυνατόν να παρατηρηθεί, να καταγραφεί, να αξιολογηθεί μέσω ενός κατάλληλου μηχανισμού και τέλος να πλαισιωθεί σε ένα χωροχρόνο, που θα επιτρέπει την αξιολόγησή της. Για παράδειγμα δεν είναι δυνατόν να ταξινομηθεί από τον παρατηρητή μία πράξη που δεν πέφτει στην αντίληψή του ή πέφτει αλλά συντελείται σε ένα χωροχρόνο άγνωστο γι αυτόν (η συμπεριφορά ενός βουλευτή κατά την διάρκεια μιας συνεδρίασης δεν μπορεί να αξιολογηθεί από έναν που βρίσκεται έξω από το κοινοβούλιο και δεν ξέρει τον κανονισμό της Βουλής).
Προκειμένου η συμπεριφορά να γίνει ευκολότερα αντιληπτή πρέπει:
Το «δρών» υποκείμενο να είναι ενταγμένο σε μία ή περισσότερες κοινωνικές ομάδες. Σ αυτή την περίπτωση η ένταξη διευκολύνει την επικοινωνιακή διαδικασία μέσα από τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς, που διαμορφώνουν την κοινωνική ομάδα. Κατ αυτό τον τρόπο, μία συμπεριφορά μπορεί να χαρακτηρισθεί ως παραβατική ή μη , ανάλογα με την αξιολόγησή της σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους. Βέβαια, η ίδια δράση του υποκειμένου μπορεί να πάρει ποικίλες σημασιοδοτήσεις σε διαφορετικές κοινωνίες. Γι παράδειγμα, η παρουσία του μαθητή στον κινηματογράφο θεωρείται ως απολύτως φυσιολογική τώρα, αλλά στοιχειοθετούσε παραβατική συμπεριφορά για το Σχολείο[21] έως 1980.
Να υπάρχει ο «παρατηρητής» που θα αλληλεπιδρά με το «ενεργόν» υποκείμενο. Η ύπαρξη του «παρατηρητή» είναι αναγκαία, προκειμένου να λειτουργήσει ως αποδέκτης της συμπεριφοράς, να την αξιολογήσει σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες και τέλος, να αντιδράσει ανάλογα με τη συμπεριφορά.
Να είναι ξεκαθαρισμένες οι έννοιες κανονική και μη κανονική συμπεριφορά. Οι έννοιες αυτές είναι δύσκολο να σημασιοδοτηθούν με αντικειμενικά κριτήρια, διότι απορρέουν από τους κανόνες που διέπουν την κοινωνική οργάνωση και οι οποίοι πολλές φορές αμφισβητούνται. Για παράδειγμα, πολλοί μαθητές αμφισβητούσαν την αναγκαιότητα τού να φέρουν πηλίκιο, με αποτέλεσμα να αξιολογούνται στα επαρχιακά σχολεία ως παραβατικοί, τη στιγμή που στα σχολεία της Αθήνας , η ίδια συμπεριφορά δε θεωρείτο παραβατική.
1.5. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Τα μέλη μιας ομάδας (κοινωνίας) ενεργούν με βάση τις «νόρμες» των ρόλων που καλούνται να «παίξουν» στο πλαίσι που καθορίζεται από τους κανόνες και τις κυρίαρχες τάσεις και ιδεολογίες της ομάδας. Η εκμάθηση των κανόνων της συμπεριφοράς των ατόμων μέσα στο κοινωνικό σύνολο και κατά συνέπεια η ένταξή του αποτελεί στόχο της κοινωνικοποίησης. Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός μηχανισμού, προκειμένου το άτομο να μάθει τους κοινωνικούς κανόνες και τους κοινωνικούς ρόλους, στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησής του. Ο κοινωνικός έλεγχος είναι αυτός ο μηχανισμός με τη βοήθεια του οποίου η κοινωνία επιβάλλει τους όρους της πάνω στα μέλη της με αποτέλεσμα να διατηρεί την συνοχή, τη διατήρησή και την αναπαραγωγή της.
Ο κοινωνικός έλεγχος αναφέρεται ακόμη και στον τρόπο που γίνονται αποδεκτές και αφομοιώνονται από την κοινωνία, οι κοινωνικές αξίες και κανόνες. Π.χ. Η ισότητα των φύλων περνάει μέσα από τη διαδικασία του κοινωνικού ελέγχου, με την οποία παγιώνεται, ώστε να αποφεύγεται η αμφισβήτησή της. Αντίθετα, ενέργειες ή πρακτικές που θέτουν σε κίνδυνο ή σε αμφισβήτηση το κοινωνικό κατεστημένο υπόκεινται σε έλεγχο και αποδυναμώνονται, δηλαδή ο κοινωνικός έλεγχος, μπορεί να θεωρηθεί ως μηχανισμός αυτοσυντήρησης και αναγέννησης της κοινωνίας.
Στο ίδιο πνεύμα προσανατολίζεται και ο Τσαούσης[22] , ο οποίος χαρακτηρίζει τον κοινωνικό έλεγχο ως το σύνολο των μέσων που χρησιμοποιεί η κοινωνία για να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση προς τους κανόνες και τα κανονιστικά πρότυπα που ισχύουν στους κόλπους της μία δεδομένη στιγμή.
Κατά τον Lukes,S.(1969) [23] , υπάρχουν δύο ομάδες με διαφορετικές απόψεις πάνω στον κοινωνικό έλεγχο. Από την μία μεριά, εκείνη των συντηρητικών ,που εκφράζεται από τους Durkheim, Hobbes, Freud κ.λ.π., και η οποία θεωρεί απαραίτητο τον εξαναγκασμό, τις εξωτερικές πιέσεις και την καταστολή, προκειμένου να επιτευχθεί η ευημερία του συνόλου και των ατόμων διότι βλέπει τον άνθρωπο σαν ένα μείγμα επιθυμιών, που πρέπει να «κοντρολαριστούν», να εξημερωθούν, να καταπιεστούν και να προσαρμοστούν. Από την άλλη μεριά, εκείνη των «ουτοπιστών» και φιλελεύθερων, που εκφράζεται από το Rousseau, Marx, κ.λ.π., και η οποία πιστεύει ότι τα προβλήματα του ατόμου και της κοινωνίας οφείλονται στους αδικαιολόγητους περιορισμούς και εξαναγκασμούς που επιβάλλονται στον άνθρωπο. Ακόμη υποστηρίζεται ότι είναι απαραίτητος κάποιος έλεγχος του ατόμου, που συνίσταται στον περιορισμό της ελευθερίας του εκεί που αρχίζει των άλλων. Οι βασικές διαφορές ανάμεσα στις απόψεις των δύο ομάδων συνοψίζονται από τον Lukes,S.(1969) [24] : «Ο κοινωνικός καταναγκασμός είναι για τον Marx άρνηση, ενώ για τον Durkheim προϋπόθεση της ελευθερίας και της ολοκλήρωσης του ατόμου».
Τέλος, ο κοινωνικός έλεγχος μπορεί να εκφράζεται με στοιχειώδη μορφή (έθιμα, τελετές, ταμπού, οικογενειακές σχέσεις κ.λ.π.), με την κοινή γνώμη (κυρίαρχη ιδεολογία αποδεκτή από το κοινωνικό σύνολο που διαπερνά τις τυπικές διαδικασίες και μερικές φορές τις αναιρεί(μακριά μαλλιά ή σκουλαρίκι στους άντρες κ.λ.π.) και τέλος με τους θεσμούς (δικαιοσύνη, νομικό σύστημα κ.λ.π.) [25]
1.6. ΕΞΟΥΣΙΑ – ΗΓΕΣΙΑ
Η εξουσία μπορεί να θεωρηθεί ως ένα γενικό κοινωνικό φαινόμενο σε όλα τα επίπεδα ανάπτυξης της κοινωνίας. Σύμφωνα με το ορισμό του M. Weber, (1972), εξουσία είναι «η ευκαιρία που έχει ένα πρόσωπο, που δρα στο πλαίσιο μιας κοινωνικής σχέσης, να είναι σε θέση να πραγματοποιήσει τη θέλησή του , ανεξάρτητα από την αντίσταση που πιθανόν συναντήσει και αδιάφορα από πού εκρέει η ευκαιρία αυτή».[26] Η έννοια της εξουσίας συνδέεται άμεσα με την ικανότητα που έχει κάποιος να επιβάλει τη θέλησή του, δηλαδή με την έννοια της δύναμης[27] . Όλοι οι άνθρωποι, σε όλες τις κοινωνίες μπορούν σε συνδυασμό με τις ιστορικές και τις πολιτικοκοινωνικές συγκυρίες, να βρεθούν στη θέση να ασκήσουν εξουσία ανάλογα με τις φυσικές και τις ψυχικές ικανότητες, τα χαρίσματα, τις επίκτητες ιδιότητες, τις γνώσεις , τις οργανωτικές ικανότητες κ.λ.π. που διαθέτουν. Οι εξουσιαστικές σχέσεις συναντώνται με διαφορετικό βαθμό ολοκλήρωσης στους διάφορους κοινωνικούς σχηματισμούς: άτομα, μικρές και μεγάλες ομάδες, οργανισμούς, υποσυστήματα, ολόκληρες κοινωνίες και παγκόσμιες κοινωνίες.
Η εξουσία μπορεί να είναι παραδοσιακή (π.χ. Βασιλείς), νόμιμη (απρόσωπη), όταν εκφράζει την υπακοή όχι σε ένα πρόσωπο αλλά στο νόμιμο κάτοχο μιας νομίμως συνιστώμενης θέσης (π.χ. στον τροχονόμο) και χαρισματική, όταν νομιμοποιείται από την προσωπικότητα του ηγέτη και τα ιδιαίτερα χαρίσματά του (π.χ. ο Μάγος της φυλής, τα μέντιουμ, οι προφήτες).[28] Η ηγεσία θεωρείται ένας ειδικός τύπος εξουσίας. Σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό του M.Weber, (1972) , η ηγεσία αναφέρεται «στην περίπτωση, που μία προσταγή συγκεκριμένου περιεχομένου βρίσκει με την ανακοίνωσή της άτομα πρόθυμα να την υπακούσουν»[29]. Δίπλα σε αυτόν το στενό ορισμό, αντιπαραθέτει ο K.O. Hondrich, (1972), ένα σύγχρονο ορισμό: «ηγεσία έχουμε στην περίπτωση, που μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα… η ικανοποίηση ή μη των αναγκών… βασίζεται στην διάθεση των ατόμων για την τήρηση τυπικών διαδικασιών κανόνων και αρμοδιοτήτων »[30]. Στον παραπάνω ορισμό θα συμφωνούσε και ο Γ. Κουζέλης,(1998), ο οποίος επαναφέρει την έννοια του κοινωνικού συμβολαίου, προκειμένου να προσδιορίσει την παραπάνω διάθεση των ατόμων : «Απεναντίας μάλιστα, ως νομιμοποιητικό σχήμα αλλά και ως κυρίαρχη αφήγηση που παρεμβαίνει πολιτικά, διαμορφώνοντας ένα κοινωνικό πρόγραμμα, το κοινωνικό συμβόλαιο αποτελεί σ αυτή του την εκδοχή τον κεντρικό άξονα ιδεο-λογικής θεμελίωσης και αναπαραγωγής των σχέσεων μεταξύ κοινωνίας, κράτους και πολιτών».[31]
Η ηγεσία είναι μία νόμιμη αναγκαιότητα και κατά συνέπεια προϋποθέτει ένα συγκεκριμένο μέτρο αναγνώρισης των ηγεμόνων από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας ή τουλάχιστον από το μεγαλύτερο κομμάτι. Η αναγνώριση απορρέει από την απόδειξη εκ μέρους των ηγεμόνων ότι η ύπαρξή τους εξυπηρετεί το κοινωνικό σύνολο μέσα από τη διαδικασία της απονομής της δικαιοσύνης, την απόκτηση υλικών αγαθών κ.λ.π. Ο προσανατολισμός των ηγεμόνων και των υπόλοιπων μελών του κοινωνικού συνόλου , σε ένα κοινό σύστημα αξιών, κανόνων και δικαιοσύνης, οδηγεί σε ένα ιεραρχικά δομημένο σύστημα κοινωνικών σχέσεων, το οποίο υπόσχεται σταθερές και προϋπολογισμένες σχέσεις, όπου οι υλικές και θεσμικές επιπτώσεις της σύναψης συμβολαίου θα πρέπει να εξασφαλίζονται: θα πρέπει εκείνος που υποτασσόμενος “δίνει” , να “εισπράττει” το αντίτιμο σε ασφάλεια, υπηρεσίες, και αγαθά. Δηλαδή, θα πρέπει η πρότυπη μορφή του κανονισμού που απορρέει από την άτυπη συμφωνία να είναι ολότελα θεσμοποιημένη και πανταχού παρούσα.
Όσων αφορά τις μορφές ηγεσίας, αυτές μπορούν να ταξινομηθούν ανάλογα με τη μορφή των σχέσεων των ηγετών με τα υπόλοιπα μέλη του κοινωνικού συστήματος σε: Μονοκρατορία, Αριστοκρατία, Ολιγαρχία, Δημοκρατία.
Τέλος, αν εξετασθεί από τη μεριά του ηγέτη, η ηγεσία δομείται από τρία βασικά χαρακτηριστικά: τη θέση του ηγέτη στο οργανωτικό σύστημα, τη προσωπικότητά και τις μορφές συμπεριφοράς του. Τα χαρακτηριστικά αυτά του ηγέτη μπορούν να κάνουν διακριτή τη διαφορά μεταξύ της έννοιας της εξουσίας και εκείνης της ηγεσίας. Μπορεί για παράδειγμα, ένας πνευματικός ηγέτης να μπορεί να επηρεάζει, αλλά να μην έχει τη δύναμη να επιβάλλει, δηλαδή , να μην είναι σε θέση να εξουσιάσει.
[1] ΦΟΥΚΩ Μ. (1989): Επιτήρηση και τιμωρία. Η γέννηση της φυλακής. Εκδόσεις Ράππα, Αθήνα, σελ.283
[2] ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ Γ. (1998):Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Κέντρο Λεξικολογίας, Αθήνα, σελ. 832
[3] Κατ Αριστογείτονος Α΄ 21
[4] Ρητορική Α΄,8
[5] ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Ευμένιδες , στ. 690-702
[6] BOWLES, S. AND GINTIS, H.(1976): Schooling in Capitalist America, Routledge and Kegan Paul, London, σελ.270
[7] ΣΟΛΩΜΟΝ, Ι.(1994) :Εκπαιδευτική δράση και κοινωνική ρύθμιση των υποκειμένων: γνώση, πειθαρχία και το πεδίο του σχολείου, στο ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ , Ε.Μ.Ε.Α., Τοπικά α, Αθήνα, σελ. 264
[8] ΣΕΝΤΟΦ, Λ.(1982) :Πειθαρχία Κοινωνική, στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. 27,Ακάδημος, Αθήνα, σελ. 225
[9] DURKHEIM,E.(1961),Moral Education, Free Press, New York, , σελ.23
[10] ΚΟΥΖΕΛΗΣ Γ. (1994), Η «προς συμμόρφωσιν» γνώση. Ο τόπος της πειθαρχίας στις θεωρίες της κοινωνίας, στο ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ , Ε.Μ.Ε.Α., σελ. 264
[11] NISBET,S. όπως παρατίθεται στο Κυρίδης,Α.: Η Πειθαρχία Στο Σχολείο, Gutenberg, 1999, σελ. 15-16
[12] ΤΣΑΟΥΣΗΣ, Δ.Γ.,(1989), Χρηστικό λεξικό κοινωνιολογίας, Gutenberg, Αθήνα, σελ. 154
[13] ΚΥΡΙΔΗΣ ,Α.Γ.,(1999), Η ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, Gutenberg, Αθήνα, σελ.44
[14] ΚΥΡΙΔΗΣ ,Α.Γ.,(1996), Μια κοινωνιολογική προσέγγιση της προσχολικής εκπαίδευσης, Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, σελ. 118
[15] ΤΣΑΟΥΣΗΣ, Δ.Γ.,(1989), Χρηστικό λεξικό κοινωνιολογίας, Gutenberg, Αθήνα, σελ. 32
[16] ΓΚΟΤΟΒΟΣ, Α.Ε.(1996), Καταλήψεις: Ανορθόδοξες Μορφές Μαθητικής Διαμαρτυρίας, Gutenberg, Αθήνα, σελ. 14
[17] ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ (1991), ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Τόμος 7, Αθήνα,σελ.3739
[18] ΝΟΒΑ-ΚΑΛΤΣΟΥΝΗ, Χ.,(2001): Μορφές αποκλίνουσας συμπεριφοράς στην εφηβεία, Gutenberg, Αθήνα, σελ.14
[19] LUKES. S.(1969), Alienation and Anomie, στο LASLETT, PETER and RUNCIMAN , WALTER GARISSON (Editors),Philosophy, Politics and Society, Blackwell, Oxford, σελ. 142
[20] ΓΚΟΤΟΒΟΣ, Α.Ε.,(1988), Απόκλιση και παρέμβαση στην εκπαίδευση, εκδ. Σύγχρονη Εκπαίδευση, Αθήνα, σελ.30
[21] Βιβλία Πράξεων: 1ο Πατρών (1957), Κιάτου (1964) κ.λ.π.
[22] ΤΣΑΟΥΣΗΣ, Δ.Γ.,(1987), Η κοινωνία του ανθρώπου, Gutenberg,Αθήνα, σελ. 170
[23] LUKES. S.(1969), Alienation and Anomie, στο LASLETT, PETER and RUNCIMAN , WALTER GARISSON (Editors),Philosophy, Politics and Society, Blackwell, Oxford, σελ. 145
[24] LUKES. S.(1969), Alienation and Anomie, στο LASLETT, PETER and RUNCIMAN , WALTER GARISSON (Editors),Philosophy, Politics and Society, Blackwell, Oxford, σελ. 142
[25] PARK,R.E./BURGES,E.W.(1961), Introduction to the science of sociology, Harper, New York, σελ.38
[26] WEBER,M.,(1972), Wirtschaft und Gesellschaft, Her. J. Winckelmann, J.C.B. Mohr, Tuebigen, σελ.28
[27] ΤΣΑΟΥΣΗΣ, Δ.Γ.,(1987), Η κοινωνία του ανθρώπου, Gutenberg,Αθήνα, σελ. 471
[28] WEBER,M.,(1968), Die drei reinen Typen der legitimen Herrschaft, στο Gesammelte Aufsätze zur Wissenschaftslehre, Her. J. Winckelmann, J.C.B. Mohr, Tübigen, σελ.475,478,481
[29] WEBER,M.,(1972), Wirtschaft und Gesellschaft, Her. J. Winckelmann, J.C.B. Mohr, Tübigen, σελ.28
[30] HONDRICH,K.O.,(1972),Demokratisierung und Leistungsgesellschaft, Shurkamp, Frankfurt, σελ. 26
[31] ΚΟΥΖΕΛΗΣ, Γ.(1998), Η σχολική διαμόρφωση πολιτικών υποκειμένων: οι ελληνικές αντιφάσεις, Virtual School, The sciences of Education Online, τόμος 1, τεύχος 1, σελ.1.
